ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

 «ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ ΠΠΕ – ΕΝΩΨΥΠΕ»

Σήμερα Τρίτη 12/11/2019 και ώρα 11:00 – 13:00 παραχωρήθηκε από την Παιδοψυχιατρική Εταιρεία Ελλάδος Ένωσης Ψυχιάτρων Παιδιών & Εφήβων Συνέντευξη Τύπου παρόντων του Προέδρου Καθηγητή κ. Δημήτριου Αναγνωστόπουλου, μελών του ΔΣ της ΠΠΕ ΕΝΩΨΥΠΕ των κ.κ. Αν. Καθ. Παν/μιου Κρήτης Ευγενίας Σουμάκη, Αικατερίνης Χάρη, Διονύσιου Τζαβάρα, έγκριτων συναδέλφων του ακαδημαϊκού χώρου και δημόσιου τομέα κ.κ. Καθ. Γ. Κολαΐτη, Δ. Γεωργιάδη καθώς και εκπροσώπων του Τύπου τους οποίους ευχαριστούμε ιδιαίτερα για την παρουσία τους. 

 

Συζητήθηκαν σύμφωνα με την ανακοίνωση τα κάτωθι: 

  1. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε στη συνταγογράφηση των ειδικών θεραπειών που σχετίζονται με τον ΕΟΠΥΥ. 

Τονίστηκε ότι η Παιδοψυχιατρική Κοινότητα στο σύνολό της ετέθη στο σύνολό της από τον Δεκέμβριο του 2017 που ετέθη το θέμα της επαναξιολόγησης του τρόπου διάγνωσης και συνταγογράφησης θεραπειών ειδικής αγωγής, ανέλαβε πρωτοβουλία για την εφαρμογή επιστημονικών κριτηρίων και συνέβαλε στην εκπόνηση του Πορίσματος της (διεπιστημονικής) Επιστημονικής Επιτροπής για θέματα Ειδικής Αγωγής και Θεραπείας που εάν εφαρμοζόταν θα διασφάλιζε υπηρεσίες υψηλής ποιότητας για τους ασφαλισμένους. Κατά τη γνώμη μας και κατά κοινή ομολογία, η εφαρμογή του θα επίλυε κατά τρόπο επιστημονικά ορθό, τόσο το ζήτημα της διάγνωσης και της συνταγογράφησης όσο και το ζήτημα της παροχής των ειδικών θεραπειών. Όρισε τις επιστημονικές ειδικότητες που έχουν κατά τεκμήριο τη δυνατότητα να ασχοληθούν με τα ζητήματα της ειδικής αγωγής και θεραπείας, καθόρισε το είδος, το πλήθος και τη διάρκεια θεραπειών, και συμφώνησε με την ηλεκτρονική συνταγογράφηση τους.

Ειδικότερα, η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία, κατ' επανάληψη παρενέβη, για όλο αυτό το διάστημα εφαρμογής των μέτρων με προτάσεις, οι οποίες επιλύουν το πρόβλημα. Βασικός κορμός των παρεμβάσεων αυτών ήταν: (α) η εφαρμογή του πορίσματος στο σύνολό του, (β) η ηλεκτρονική συνταγογράφηση κατά τρόπο χρηστικό και όχι γραφειοκρατικό (γ) η συμπερίληψη θεραπειών και διαγνώσεων οι οποίες έχουν αποκλειστεί με εσφαλμένα και αντιεπιστημονικά κριτήρια. Έκτοτε, το πόρισμα της Επιτροπής, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, αγνοήθηκε από τον ΕΟΠΥΥ με αποτέλεσμα να μην καλύπτονται οι θεραπευτικές ανάγκες των παιδιών με τρόπο επιστημονικά ορθό και ωφέλιμο για την αντιμετώπιση των δυσκολιών τους, λόγω μιας σειράς προβλημάτων. Από την πλευρά της παιδοψυχιατρικής κοινότητας, δηλώνουμε πως κατ΄ αρχάς συμφωνούμε με την ηλεκτρονική συνταγογράφηση των ειδικών θεραπειών και την ανάγκη ελέγχου από πλευράς του ΕΟΠΥΥ με στόχο την περικοπή αλόγιστων δαπανών, διαφωνούμε όμως με τον τρόπο που πραγματοποιείται, καθώς η όλη διαδικασία

• στερεί από πολλά παιδιά-εφήβους θεραπείες που έχουν απόλυτη ανάγκη και βάζει σε κίνδυνο την υγεία τους,
• διαστρεβλώνει τη διαδικασία διάγνωσης και θεραπευτικού σχεδιασμού,
• ταλαιπωρεί τους γονείς, που κατάντησαν δέσμιοι των αλλεπάλληλων και αλληλοαντικρουόμενων εγκυκλίων και αποφάσεων για την απόδοση δαπανών, 
• υπονομεύει τη σχέση ιατρού-ασθενούς, εν προκειμένω παιδοψυχιάτρου-οικογένειας, πλήττει το κύρος και αμφισβητεί την αξιοπιστία των παιδοψυχιάτρων.
• υπερφορτώνει τους παιδοψυχιάτρους και τις ΥΨΥΠΕ με άσκοπο κόπο και τεράστια γραφειοκρατία, μετατρέποντας τους γιατρούς σε υπαλλήλους του ΕΟΠΥΥ και τις Υπηρεσίες σε υποκαταστήματά του, 
• εξακολουθεί να μην ελέγχει την ποιότητα των παρεχομένων θεραπειών. 
• προσβάλλει την επιστημονική και επαγγελματική μας ταυτότητα και οδηγεί σε επιστημονικές ανακολουθίες με πιθανά δυσάρεστα νομικά επακόλουθα.

Επισημαίνουμε στη Διοίκηση του ΕΟΠΥΥ, ότι πρόκειται για θεραπείες παιδιών και εφήβων, επομένως οποιαδήποτε στέρηση αναγκαίας θεραπείας έχει καταστροφικά αποτελέσματα όχι μόνο για την ψυχοσυναισθηματική τους υγεία και ανάπτυξηαλλά και για την εξέλιξή τους ως ενήλικες, και οι επιπτώσεις τόσο για το άτομο όσο και για το κοινωνικό σύνολο, άμεσες και μακροχρόνιες, είναι ανυπολόγιστες. Πίσω από τις προς έγκριση θεραπείες βρίσκονται συμπολίτες μας σε ανάγκη. Έχουμε σωρεία απορριπτικών αποφάσεων στα γραφεία της Εταιρείας μας, στη διάθεση του καθενός. Ενδεικτικά αναφέρουμε: 

α) απόπειρα αυτοκτονίας έχουμε απόρριψη με τη δικαιολογία ότι δεν έχει αναφερθεί η προνοσηρά προσωπικότητα του παιδιού,

β) ουδεμία έγκριση για μαθησιακές δυσκολίες κατά παράβαση του ICD-10 με την επίκληση του αντιδεοντολογικού και αντιεπιστημονικού προσχήματος της οργανικότητας, 

γ) ανάλογα με τον ελεγκτή διαφορετικές αποφάσεις για τις ίδιες παθήσεις ακόμα και με σχεδόν πανομοιότυπη συμπτωματολογία. Υπάρχει περίπτωση διδύμων με συνταγογράφηση από τον ίδιο ιατρό για πανομοιότυπο πρόβλημα λόγου, εκ των οποίων για το ένα παιδί εγκρίθηκαν θεραπείες, ενώ για τον αδερφό του απορρίφθηκαν. 

Τέλος αναφέρθηκε τογεγονός ότι όλοι οι ελεγκτές, πρωτοβάθμιοι και δευτεροβάθμιοι, είναι ιατροί άλλων ειδικοτήτων ή οδοντίατροι. Είναι πρακτικώς αδύνατον και δεοντολογικά απαράδεκτο ένας μη ειδικός ελεγκτής να αποφασίζει για τη διάγνωση του παιδοψυχιάτρου και για την παροχή ή όχι θεραπείας.

  1. Η αύξηση – σοβαρότητα της ψυχοπαθολογίας/ νοσηρότητας παιδιών και εφήβων. 

Τα τελευταία χρόνια εξαιτίας και των αλλαγών του τρόπου ζωής στην ελληνική κοινωνία αυξήθηκαν δραματικά οι παράγοντες κινδύνου για την ψυχική υγεία παιδιών και των εφήβων, πράγμα το οποίο έχει ως αποτέλεσμα στις ψυχιατρικές υπηρεσίες πλέον να υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός νέων περιστατικών με πολύ σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα, τόσο στην παιδική ηλικία  - όπως για παράδειγμα διαπιστώνεται η μεγάλη αύξηση των ειδικών όσο και των γενικευμένων αναπτυξιακών διαταραχών που χρήζουν ειδικής αγωγής και θεραπείας - όσο και αλματώδης αύξηση του αριθμού των εφήβων που παρουσιάζουν  σοβαρή ψυχοπαθολογία που σχετίζεται με προβλήματα που έχουν να κάνουν με τη διαμόρφωση της ταυτότητας, τις διαταραχές διατροφής, τις αύτοκαταστροφικές (αυτοκτονικότητα, κοψίματα, αυτοτραυματισμοί)   και ετεροκαταστροφικές (παραβατικές κυρίως) συμπεριφορές.

  1. Η κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι Μονάδες Ψυχικής Υγείας από τα «Εισαγγελικά» περιστατικά. 

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η διαρκώς αυξανόμενη τάση έκδοσης εισαγγελικών παραγγελιών προς τις Παιδοψυχιατρικές Κλινικές της χώρας, οι οποίες ζητούν την κατεπείγουσα παιδοψυχιατρική εκτίμηση ανηλίκων. Πρόκειται για σύνθετο ψυχοκοινωνικό φαινόμενο, το οποίο έχει επιδεινωθεί εξαιτίας της πολύπλευρης κοινωνικοοικονομικής κρίσης και της μακράς διάρκειάς της. Με το χαρακτηρισμό - ομπρέλλα «εισαγγελικά περιστατικά», συναθροίζονται τρεις διαφορετικές κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει όλα εκείνα τα παιδιά που προέρχονται από οικογένειες που δεν μπορούν να καλύψουν τις βασικές σωματικές και συναισθηματικές ανάγκες τους, λόγω οικονομικής δυσπραγίας και κοινωνικών αντιξοοτήτων. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τα παιδιά που έχουν υποστεί παραμέληση ή/και κακοποίηση. Εδώ περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης. Η τρίτη κατηγορία είναι τα «ασυνόδευτα» προσφυγόπουλα. Τα περιστατικά αυτά γίνονται γνωστά μέσω καταγγελιών που υποβάλλονται απευθείας από το συγγενικό ή και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού,  από επαγγελματίες που έρχονται σε επαφή με το παιδί ή δια μέσω φορέων προς τις κατά τόπους Εισαγγελίες Πρωτοδικών. Σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων αφορούν παιδιά και εφήβους που ζητούν τα ίδια βοήθεια από τις Υπηρεσίες.Η νοσηλεία των παιδιών γίνεται με εισαγγελική παραγγελία για έλεγχο μεταδοτικών νοσημάτων και παιδοψυχιατρική εκτίμηση, προκειμένου να καταλήξουν συνήθως σε κάποιο ίδρυμα φιλοξενίας.Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένας μεγάλος και διαρκώς αυξανόμενος αριθμός παιδιών να μεταφέρονται µε παραγγελία του αρμοδίου Εισαγγελέα στις παιδιατρικές κλινικές των Γενικών Νοσοκομείων, προκειμένου να βρουν φροντίδα και προστασία. Κάποια από αυτά τα περιστατικά θα καταλήξουν και στο κλειστό τμήμα των Παιδοψυχιατρικών κλινικών, χωρίς την ύπαρξη ενεργούς ψυχοπαθολογίας, είτε επειδή ο αρμόδιος Εισαγγελέας κρίνει ότι δεν είναι ασφαλή σε άλλες κλινικές, είτε γιατί τα παιδιατρικά τμήματα αδυνατούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις παρατεταμένης φύλαξης και φροντίδας των παιδιώναυτών. Έτσι παρατηρείται συχνά το φαινόμενο παιδιά, σωματικά και ψυχικά υγιή, να περιφέρονται στις κλινικές των Νοσοκομείων, αποκομμένα από τις καθημερινές εκπαιδευτικές ασχολίες και το οικογενειακό τους περιβάλλον, βιώνοντας τον θυμό, τον φόβο, την αγανάκτηση και τη θλίψη, χωρίς να αντιλαμβάνονται το λόγο για τον οποίο βρίσκονται σε αυτήν την κατάσταση. Συχνά, επίσης, παρατηρείται ότι η τελική τοποθέτηση των ανηλίκων σε δομές παιδικής προστασίας γίνεται τυχαία, µε αποκλειστικό γνώμονα τη διαθεσιμότητα που υπάρχει τη δεδομένη χρονική στιγμή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες και οι εξατομικευμένες ανάγκες κάθε παιδιού. Αποτέλεσμα αυτής της πρακτικής, λόγω έλλειψης κατάλληλων δομών παρέμβασης στην κρίση, είναι η δευτερογενής κακοποίηση των παιδιών από το ίδιο του σύστημα προστασίας του παιδιού. 

Η παιδοψυχιατρική κοινότητα καταδικάζει ως απολύτως καταχρηστική και μη ενδεδειγμένη πρακτική τη φιλοξενία και μακροχρόνια παραμονή υγιών παιδιών στα δημόσια Νοσοκομεία, με σοβαρές συνέπειες τόσο για το ίδιο το παιδί όσο και για την εύρυθμη λειτουργία των παιδιατρικών και παιδοψυχιατρικών κλινικών. Μέσα από τη δευτερογενή συστημική «κακοποίηση» που συντελείται, παραβιάζονται τα δικαιώματα του παιδιού και πλήττεται η γνωστική και κοινωνικο-συναισθηματική ανάπτυξή του. Τα «κοινωνικά» περιστατικά επιβαρύνουν σημαντικά το κλινικό έργο των ήδη υποστελεχωμένων Παιδοψυχιατρικών κλινικών, και καταλαμβάνουν κλίνες, ο αριθμός των οποίων είναι ήδη περιορισμένος, που θα έπρεπε να είναι διαθέσιμες για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών νοσηλείας για παιδιά με ενεργή ψυχοπαθολογία. Η ψυχιατρική νοσηλεία δεν επιβάλλεται από τον Εισαγγελέα, χρησιμοποιώντας ακόμα και την απειλή αναφοράς του παιδοψυχιάτρου σε περίπτωση άρνησης, αλλά κρίνεται απαραίτητη από τον παιδοψυχίατρο που διενεργεί την εκτίμηση και κρίνει ότι η νοσηλεία θα είναι βοηθητική για το παιδί. 

Ανακεφαλαιώνοντας, η «λύση» του Νοσοκομείου όσο και εάν φαίνεται εύκολη εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη σωματική και ψυχική υγεία των παιδιών. Σε καμία δε περίπτωση η αποκατάσταση των παιδιών αυτών δεν μπορεί να αποτελεί έργο των παιδοψυχιατρικών υπηρεσιών. 

Η Παιδοψυχιατρική Εταιρεία παραμένει στη διάθεση της πολιτείας, ως οφείλει εκ του θεσμικού της ρόλου αλλά και όλων των εμπλεκόμενων φορέων να συνδράμουμε επιστημονικά στη συζήτηση για την επίλυση αυτών των σοβαρών προβλημάτων με στόχο τη καλύτερη δυνατή αντιμετώπισή τους, πάντα με γνώμονα πρωτίστως τη διασφάλιση της σωματικής και ψυχικής υγείας των παιδιών, των εφήβων και των οικογενειών τους. Ελπίζουμε η Πολιτεία να ανταποκριθεί στο συνεχές αίτημά μας για συνάντηση με την αρμόδια πολιτική ηγεσία.

 

Με τιμή,

Ο Πρόεδρος

 

Δ. Αναγνωστόπουλος

 

Η Γενική Γραμματέας

 

Ε. Σουμάκη

Για το Δ.Σ. της Παιδοψυχιατρικής Εταιρείας Ελλάδος-Ένωσης Ψυχιάτρων Παιδιών & Εφήβων

© 2019 by ISL Networks

This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now